Λοιμός, λιμός

Γιατί δεν βγήκα έξω;
…Θα έβγαινα έξω να το ξέρεις,
μα δεν με βαστούσαν τα πόδια μου.
Έτσι απόμεινα να κλαίω μέρα με την μέρα.
Από παιδί ήμουν ιδιαίτερα ευσυγκίνητος.
Ξέρεις τι είναι να λάμπει ο ήλιος,
να μοσχοβολάει η άνοιξη,
η καρδιά να φτεροκοπάει
κι εσύ να κάθεσε καρφωμένος.
Εκεί πάνω στο στρώμα σου.
Δεν ξέρεις παλικάρι μου καλό.

Αν φοβήθηκα;
…Τι θα πει αν φοβήθηκα;
Κατουρήθηκα πάνω μου από τον φόβο.
Χαχα. Η αλήθεια είναι πως θα το έκανα
και χωρίς να φοβόμουν.
Όταν φύγανε δεν είχαμε και πολλές δυνατότητες.
Προσπάθησα πραγματικά να κρατηθώ,
καταράστηκα τον εαυτό μου,
δεν σου κρύβω ότι έκλαψα κι όλας, αλλά να.
Ξέρεις πως είναι αυτά αγόρι μου…
Το σώμα του ανθρώπου γεννιέται
με περιορισμούς και με τα χρόνια γεννάει
όλο και περισσότερους.

Πώς άντεξα ρωτάς…
Δεν άντεξα. Κάπως συνέβη. Όχι απλά.
Είχα την ευτυχία να έχω αρκετό νερό δίπλα.μου.
Μια συνήθεια από τα νιάτα μου.
Όπως επίσης την τύχη να αναρρώσω
από τους πρώτους. …
Πώς να αντέξω τα ξεθωριασμένα ουρλιαχτά απόγνωσης,
τον ρόγχο του θανάτου στα στόματα όλων,
τα ικετευτικά ολοστρόγγυλα βλέμματα των ανθρώπων,
που λίγες μέρες πρίν τρώγαμε και πίναμε μαζί,
κουβεντιάζαμε και κυρίως
ζούσαμε…μαζί.

Τι έγινε;
… Δεν ξέρω τι έγινε.
Ξέρω μόνο πως τις ημέρες πριν αυτό
που ακολούθησε νοιώθαμε όλοι τον φόβο,
την ανησυχία, την απόγνωση.
Από όλες τις πλευρές και για πολλούς λόγους.
Σιγά σιγά οι φροντιστές μας λιγόστευαν.
Μα δεν φανταστήκαμε κάτι.
Λυπόμασταν μόνο αυτούς που μείναν.
Τον τεράστιο φόρτο εργασίας,
που αναγκάζονταν να επωμιστούν.
Είναι η εγγονή μου νοσοκόμα.
Ξέρω τι τραβάνε τα παιδιά.
Γι αυτό κι εγώ τους φιλώ τα χέρια.
Βέβαια τώρα τελευταία μου το απαγόρευσαν.
Καταλαβαίνω. …
Και μια μέρα που λες απλά δεν ήρθαν.

Όχι, όχι.
Εννοώ δεν ήρθαν ποτέ ξανά εδώ.
Ήταν η ημέρα που ξεκίνησε ο εφιάλτης μας.
Και ξέρεις κάτι παλικάρι μου;
Το πρωινό εκείνης της ημέρας,
ξύπνησα και είδα τα πρώτα άνθη έξω από το παράθυρο.
Κι αγαλλίασε η καρδιά μου.
Που να ήξερα.
Όμως αυτά τα άνθη με κράτησαν στην ζωή.
Έστω έτσι παράλυτος, κατουρημένος,
θεονύστικος κι απελπισμένος που ήμουν,
παρατημένος σε ένα κρεβάτι από τα τέσσερα του δωματίου.
Μέχρι το τέλος δόξαζα αυτό το δεντράκι
και τα λουλούδια του,
ακόμη κι όταν ήρθε ο θάνατος.
Κι έμεινα μόνος.
Κι αυτό ήταν διπλός θάνατος για μένα.
Το ακούς; Διπλός.

Share on facebook
Share on twitter
More posts