Σπίτι

Είμαι ένα σπίτι.
Πότε μεγάλο,
πότε μικρό.

Ξεκίνησα σε ένα γραφείο.
Με έναν μαυροπίνακα
μια κιμωλία,
και μια σκάλα σιδερένια,
που μου δάγκωνε
τα δάχτυλα.

Γεμάτο χνώτα
και μυρωδιές κορμιών
ανδρών νεαρών και πολλά
υποσχόμενων.

Μετά βρέθηκα σε μια κρεβατοκάμαρα
Ήταν ζεστά κι ωραία εκεί.
Και ερωτικά.
Όχι πάντα ευχάριστα.

Ήταν το στήθος
Το μαξιλάρι
Το σεντόνι
μέσα στα σκέλια.
Μέχρι που παράγινε
αυτό με την καριόλα.

Κι άνοιξα ένα ράτζο
τόσο δας.
Έβαζα και βαθειά
μέσα στα αφτιά μου αφρολέξ.

Μόνο που τρόμαζα
με τον χτύπο της καρδιάς μου.
Τα έβγαζα και
δεν έβγαιναν.

Και χρόνια μετά για χρόνια
ζούσα στην τουαλέτα
Έτρωγα στην τουαλέτα.
Ξέρναγα στην τουαλέτα.
Κάπνιζα στην τουαλέτα.
Έκλαιγα και γελούσα.
Στην τουαλέτα.

Σκαρφάλωνα
από τον φωταγωγό
ψηλά μέχρι την ταράτσα.
Και κατέβαινα πάλι
πριν καταλάβει κανείς
την κρυφή ζωή μου.

Τα καλοκαίρια βέβαια
τα πέρναγα στο μπαλκόνι.
Στο σκληρό, καυτό πάτωμα
άπλωνα την κούραση
και τις σκέψεις μου
μέχρι τις πρώτες ηλιαχτίδες
στο μωσαϊκό.

Στην κουζίνα πέρναγα τα βράδυα μου πάλι.
Με το μωρό στο στήθος.
Το τσιγάρο στο στόμα.

Την μυρωδιά
της φρεσκομαγειρεμένης
σούπας.

Πάντα με κάποια λιχουδιά.
Για επιδόρπιο
Προχώρησα μες στο σαλόνι.
Ένα δωμάτιο με πόρτες ανοιχτές
χωρίς κλειδιά.

Μόνο με κάτι
τεράστιες κλειδαρότρυπες
με πελώρια μάτια πίσω τους
να μουρμουρίζουν φράσεις
αλλόκοτες κι απρόσμενες
και πληγωτικές
για πάντα.

Χάθηκα για λίγο μετά στον διάδρομο
διαβάζοντας ξανά βιβλία.
Παίζοντας σκηνές από έργα που αγάπησα,
με θίασο
ή και μόνη.

Σύρθηκα πάνω στο χαλί
για ώρες
για μέρες.

Με ένα παράπονο.
Που πια δεν έχω
να διαβάσω.

Ανησυχώ καμιά φορά
όταν ακούω κρότους
από την σοφίτα.

Μα σύντομα
βολεύομαι στη σκέψη
πως δεν μπορεί,
εγώ είμαι το σπίτι μου.
Και δεν μπορεί κανένας
να με κλέψει.

Δεν είναι κρίμα;

Share on facebook
Share on twitter
More posts