Στην καρδιά

Με λύσσα πέταξε το μολύβι της στον τοίχο απέναντι.
Σπάζει η μύτη, εξφενδονίζεται προς τα πίσω και προσγειώνεται μπρος στο ξύλινο, λακαρισμένο σεντουκάκι του Άρη. Δίπλα σε δυο ψίχουλα από την χθεσινή τυρόπιττα. Σηκώνεται με σφιγμένα δόντια γριλίζοντας ακατανόητες φοβέρες σε θεούς και δαίμονες, για να ξαναρίξει με όλη της την δύναμη και το βάρος το κορμί της πάνω στην καρέκλα, που λίγο πριν καθόταν. Κουνάει ανυπόμονα το κεφάλι της πέρα δώθε με ένα εκνευρισμένο κυνικό χαμόγελο, που της καρφώθηκε στο πρόσωπο σαν μάσκα. Η ανάσα της, οι σκέψεις της, οι σφιγμοί της, όλα στο κόκκινο.

Αν δεν ηρεμήσω τώρα αμέσως σίγουρα θα πάθω εγκεφαλικό ή έμφραγμα ή και τα δύο, σκέφτηκε.

Τότε της ήρθε στον νου ο πατέρας της με τις εκρήξεις θυμού του. Πόσο την φόβιζαν και την ωθούσαν στην απόγνωση. Πως γινόταν με μιας το στομάχι της ένα μάλλινο κουβάρι, που την τσίμπαγε σαν χίλιες μέλισσες και πεταλούδες και την ανακάτευε. Ένοιωσε αμέσως τύψεις κι ενοχές χωρίς όμως να μπορέσει να αποχωριστεί ακόμα από την τεράστια οργή της, που την έφερε σε αυτό το σημείο.

Η Σίσσυ, το ημίαιμο κανίς-γκριφόν, είχε λουφάξει στο μαξιλάρι της, κοιτώντας την με τρόμο στα κλεφτά. Τα αυτιά της ολόστητα προσπαθούσαν σχεδόν να μαντέψουν σαν μικρές ζωντανές κεραίες τι θα γίνει στην συνέχεια. Ούτε που το είχε καταλάβει πόσο το τρόμαξε το ζωντανό. Το υποτακτικό της βλέμμα την καταπόντισε. Με μιας εξαφανίστηκε ο θυμός και πήραν την θέση του η μετάνοια και η ντροπή. Τρόμαξε το βελούδινο πλασματάκι της. Την πλησιάζει, γονατίζει και της πιάνει το μουσούδι.

Μη φοβάσαι, μάτια μου, εσύ είσαι καλό κορίτσι. Όλα καλά. Θα σου φέρω και μια λιχουδιά για να γλυκάνω λίγο την ψυχούλα σου.

Η σκυλίτσα με το κεφάλι ακόμη ακουμπισμένο πάνω στην μαξιλάρα της, άρχισε να της κουνάει δειλά την ουρά. Κάνει να σηκωθεί. Τότε ακούγεται ο ήχος μηνύματος. Όχι δεν θα κοιτάξει. Πρέπει πρώτα να σκεφτεί. Χρειάζεται τον χρόνο της. Τινάζει ξανά το κεφάλι της αυτή την φορά σαν να θέλει να διώξει όλες τις ενοχλητικές σκέψεις, σαν να θέλει να τις μηδενίσει. Σκέψεις, λόγια, συναισθήματα. Τα βήματά της την οδηγούν μηχανικά στην κουζίνα. Ανοίγει το μπολάκι βγάζει από μέσα ένα σκυλοκατιτίς και το ξανακλείνει.

Εάν είναι αυτός, ούτε που θα ανοίξω το μήνυμα. Το ορκίζομαι, μα τον Θεό. Αυτή τη φορά όλα τέλειωσαν. Και για να βάλω τα πράγματα μια και καλή στην θέση τους θα τον μπλοκάρω και στο κινητό. Είναι πιο σκληρό να είσαι μόνη σου σε μια σχέση από το να είσαι μόνη σου χωρίς σχέση. Αφήνει το κροκετάκι στο σκυλί και πιάνει το κινητό. Το μήνυμα είναι από ένα άγνωστο νούμερο.

Ήξερα πως δεν θα με διάβαζες, εάν σου έστελνα μήνυμα από το κινητό μου. Συγχώρα με. Με ρώτησες πολλές φορές αν σε αγαπώ και δεν σου απάντησα. Από φόβο καιρό τώρα. Σε αγαπώ πολύ, Ερμιόνη. Άνοιξέ μου να ανέβω. Έχω να σου πω κι άλλα πολλά.

Share on facebook
Share on twitter
More posts