Our MENTIONS
Our MENTIONS
20.03.2019
Κάθε Καθαρά Δευτέρα πετούσαμε τον αετό. Όχι δεν τον φτιάχναμε εμείς. Τον αγοράζαμε από το περίπτερο του Ριζάκου ακριβώς απέναντι από το σπίτι μας. Τους στοίχιζε μέχρι την πύλη της Λέσχης Αξιωματικών μια σειρά. Μέρες πριν ζύγιζα με το μάτι τα σχέδια, τις φουντωτές ουρές, τα μεγέθη. Κι αποφάσιζα ποιος μου άρεσε περισσότερο. Διότι ο πατέρας μου, ένας ιδιαίτερα ανυπόμονος άνθρωπος, μας ρωτούσε όταν ερχόταν η στιγμή να αγοράσουμε κάτι και περίμενε άμεσα μιαν απάντηση. Χωρίς πολλά πολλά.

Δυο τρεις μέρες πριν θα προμηθευόμασταν καλούδια από το παντοπωλείο της γειτονιάς, που ήταν πάντα γεμάτο με κάθε λογής πραμάτειες. Κονσέρβες, τουρσί, όσπρια, λάδια, κρασιά, παστούς μπακαλιάρους να κρέμονται και καπνιστές ρέγγες, σαλάτες, σκούπες φυσικές, χαρούπια, ξηρούς καρπούς κι άλλα πολλά. Κάθε χρόνο θα παίρναμε ταραμά, τουρσί, σουπιές βουτηγμένες στο μελάνι τους, χαλβά δυο είδη, ντολμαδάκια… Ανήμερα θα παίρναμε και την λαγάνα.

Τότε με παρέες στρώναμε μια κουβέρτα κι ένα σεντόνι κατάχαμα κι αρχίζαμε το φαγοπότι. Όλες οι νηστίσιμες νοστιμιές παρήλαυναν μπροστά μας κι όπως σε κάθε γιορτή τρώγαμε μέχρι σκασμού. Πετούσαμε φυσικά και τους χαρταετούς μας και βάζαμε κόντρα, ποιος θα πετάξει πιο ψηλά. Δεν έλειπαν και τα ατυχήματα όταν μπλέκονταν δυο αετοί μεταξύ τους και ενωμένοι μέχρι θανάτου χόρευαν το τελευταίο ουράνιο ταγκό τους, άλλοι μπλεκόντουσαν στα κλαδιά κι άλλοι – ευτυχώς σπάνια- κατέληγαν στα ηλεκτροφόρα σύρματα. Και στην θάλασσα μας είχε πέσει ένας.

Ήτανε τέχνη να πετάξεις τον χαρταετό. Αμολάς καλούμπα, μαζεύεις καλούμπα, κάνεις με χέρια μυστήριες διάπλατες κινήσεις δεξιά κι αριστερά, μετά ξαφνικά μικρά επαναλαμβανόμερα τραβήγματα. Τρέχαμε προς τα πίσω, μετά επιστρέφαμε. Κι όταν πετούσε ψηλά κι έφτανε δίπλα στον ήλιο, ένοιωθα σαν να πετάω εγώ. Ακολουθούσα με το βλέμμα τον σπάγγο κι όταν δεν μπορούσα πια να τον ανιχνεύσω ζωγράφιζα την πορεία του με τα μάτια μου. Ήταν αγέροχος ο αετός μας κάθε χρονιά. Και με ξέκοβε για λίγο από τα επίγεια. Με όμορφο τρόπο.

Έχω χρόνια να πετάξω χαρταετό. Και μου λείπει. Όπως και ο ήλιος, το νερό και το φως. Τι να κάνω, λέω να φτιάξω βαρκούλες. Όχι με το κόκκαλο από τις σουπιές σαν άλλοτε και την οδοντογλυφίδα για κατάρτι. Που να τα βρω εδώ αυτά τα πράγματα. Μια χάρτινη βαρκούλα με χάρτινο πανί μέσα στην μπανιέρα. Θα βάλω και χρώμα ζαχαροπλαστικής να ξεγελώ τα μάτια.

Share:

Share on facebook
Share on twitter

More Posts