Our MENTIONS
Our MENTIONS
Ο θάνατος ξανά...
Είναι πολύ περίεργη η σχέση μου με τον θάνατο. Είναι σαν να παγώνω, σαν να μην με αγγίζει κάποιες στιγμές η είδησή του αυτή. Σαν να αναμετριέμαι μαζί του με μια ψυχραιμία που δεν ταιριάζει ούτε στην κατάσταση ούτε σε εμένα. Σαν να μην είμαι εγώ. Μετά λυγίζω για λίγο -για κάμποσες ανάσες- και βρίσκω την λύτρωση σε ελάχιστα δάκρυα για να τα στεγνώσω βιαστικά με τα δύο μου χέρια.

Παλιά άκουγα την θεία μου να λέει πως στις κηδείες την έπιαναν τα γέλια μέχρι δακρύων. Περίεργο μου φαινόταν και λίγο αστείο. Η ίδια μας κοίταζε βαθειά στα μάτια και μας ορκιζόταν πως δεν μπορούσε να το αλλάξει. Όταν σκοτώθηκε ο ξάδελφος μου, ο Μιχάλης, στα εικοσιένα του, το στερνοπούλι της, που με πολλές ενέσεις, επιπλοκές, ξάπλα έξι μηνών και τριανταπέντε κιλά παραπάνω κατάφερε να τον φέρει στον κόσμο, έχασε μια για πάντα αυτήν της την ιδιαιτερότητα. Ούτε που ξέρω αν έχει ξαναγελάσει από τότε.

Τον θάνατό του μου τον μήνυσε η γιαγιά μου η λατρευτή. Η οποία πέθανε λίγο μετά. Πολεμώντας τον με νύχια και με δόντια. Δεν το θελε να φύγει. Είχε να ζήσει κι άλλα, έλεγε. Ο σπαραγμός της δεν εισακούστηκε.

Βέβαια ήταν πολύ πιο πριν να φύγει ο παππούς μου. Η θεία μου είχε αγοράσει και κοστούμι για να τον θάψουν όμορφο και περιποιημένο. Δεν έχει άλλο χρόνο, Πελαγία, ο παππούς σου, μου είπε μια μέρα ο Βασίλης, ο γιατρός του στην κλινική. Να πάει σπίτι του να ησυχάσει. Και πήγε σπίτι του. Και για μέρες ούτε να σηκωθεί, ούτε να φάει ούτε να πιεί μπορούσε. Κάποτε μας λέει: θα πάω μέχρι την πλατεία. Η πλατεία βρίσκεται ακριβώς απέναντι από το ισόγειο διαράκι τους. Και πήγε με τρέμουλο στα πόδια, κατακίτρινος και γκρί συνάμα. Και ξαναπήγε, κάθε μέρα για βδομάδες. Και κάθε μέρα όλο και πιο σίγουρα. Μέχρι που άρχισε και πάλι τσιγαράκι, κοκκίνησαν τα μάγουλα, έλαμψε το βλέμμα. Κι έζησε για πολλά χρόνια ακόμη και νίκησε για μια φορά τον θάνατο. Η γιαγιά μου όμως όχι.

Ήταν κι ο Άγγελος, ο λατρευτός μας Angelο. Που μας ξάφνιασε με τα δυσάρεστά του νέα. Και δεν τον πίστεψα. Πώς είναι δυνατόν να λιώνει ένας άνθρωπος με σάρκα, ψυχή και πνεύμα μέσα σε μια στιγμή. Τι να πρωτοπρολάβεις να πεις, να νοιώσεις, να αγκαλιάσεις; Έφυγε γρήγορα κι ο Άγγελος κι ακόμα κρατώ το νούμερό του στο τηλέφωνό μου.

Η πρώτη μου επαφή με τον θάνατο ήταν αρκετά περίεργη. Ο νονός μου ξεψύχησε και θυμάμαι τους γονείς μου να τσακώνονται αν πρέπει να με πάρουν μαζί στην κηδεία ή όχι. Μέχρι τότε με προφύλασαν από τέτοιες εμπειρίες. Τους έπεισα πως είμαι σε θέση να το διαχειριστώ με τα δέκα μου χρόνια. Πήγαμε στο χωριό και στο φέρετρο τον αναγνώρισα, παρόλα τα κέρματα στα μάτια του, ανάμεσα στα δάχτυλα των χεριών και τα πολλά λουλούδια ολόγυρά του. Ανατρίχιασα όταν έπιασαν οι μαυροφορεμένες γιαγιάδες να ξεστομίζουν ένα απόκοσμο ηχητικό πρωτόγνωρο κατιτίς. Πολύ αργότερα θα μάθαινα πως αυτό ήταν ένα μοιρολόι. Κι έμαθα να τα λατρεύω. Τα Ηπειρώτικα και τα Κρητικά κι ότι άλλο μου έβαζε ο φίλος μου ο Χρίστος να ακούω στο παλιό γραμμόφωνο με ένα λικεράκι βερίκοκο -της γιαγιάς του- στο χέρι.

Μια παρόμοια φωνή πρέπει να έβγαλα όταν έμαθα ένα βράδυ στο παρκαρισμένο μας αυτοκίνητο, πως το μωράκι μου ήταν πολύ άρρωστο. Και λίγο αργότερα όταν το γέννησα νεκρό στον πέμπτο μήνα.

Προχθές μας έφυγε ο αγαπημένος μας Στέλιος, νωρίς και γρήγορα. Ούτε που πρόλαβα να τον χαιρετήσω και να του πω πόσο τον αγαπώ.

Αλήθεια κάτι τέτοιες στιγμές έχω μια τρελή επιθυμία. Να γίνω σαν την θεία μου. Να μπορώ να γελάω όταν χάνω αγαπημένα μου πρόσωπα. Να γελάω με την καρδιά μου για να τους δείχνω πόσο πολύ τους αγαπώ και πόσο πολύ τυχερή κι ευτυχισμένη είμαι που ήταν μέρος της ζωής μου. Κι αν είναι να κλαίω, να κλαίω πολύ, γελώντας….

24.05.2018

Share:

Share on facebook
Share on twitter

More Posts