15.04.2018

Τι πού;
Στα στενά της Λαμίας, κοντά στο μνημείο του Αθανασίου Διάκου, που σουβλίστηκε από τους Τούρκους βρίσκονταν τα περίφημα ψητοπωλεία της Λαμίας. Ακόμη και σήμερα υπάρχουν κάποια. Στα στενά λοιπόν ήταν κάθε μέρα Πάσχα: αρνιά στη σούβλα αργοψήνονταν, κοκορέτσια, κοντοσούφλια. Περνούσες από έξω και η μύτη σου γέμιζε πασχαλιάτικες μυρωδιές. Μόνο που για εμάς στην Ρούμελη ήταν καθημερινότητα.
Ανάμεσά τους υπήρχαν πολλά εστιατόρια με φρεσκομαγειρεμένα μπιφτέκια, ψάρια, παστίτσιο, μουσακά, κόκορα κρασάτο, σουπιές με σπανάκι, κοτόπουλο στον φούρνο με πατάτες, λαγό στιφάδο, καλαμαράκια, μπάμιες με κοτόπουλο, α και μακαρόνια με σάλτσα ψητού. Δύσκολες εποχές για vegan. Κάθε Τετάρτη και Παρασκευή βέβαια υπήρχαν πάντα νηστίσιμα πιάτα με λαδερά ή όσπρια.
Πολλά ήταν τα μαγαζιά εκεί με παραδοσιακές τοπικές λιχουδιές: τραχανά, χυλοπίτες, κουραμπιέδες, λουκούμια, χαλβάδες, γλυκά του κουταλιού, αμυγδαλωτά, ξηρούς καρπούς.
Στο παραδοσιακό γαλατάδικο τρώγαμε φρέσκο γιαουρτάκι πρόβειο με ελατίσιο μέλι ή ψωμί με μυρωδάτο βούτυρο και μέλι. Τότε όλοι οι γονείς βασάνιζαν σχεδόν τα παιδιά τους να φάνε πολύ. Κρέας οπωσδήποτε και τυρί και ψωμιά και από όλα. Και φυσικά το πρωινό γάλα πριν το σχολείο. Μια μέρα η μητέρα μου αρνήθηκε να με στείλει στο σχολείο αν δεν έτρωγα όλο το φαγητό μου: μπακαλιάρο σκορδαλιά, κάτι που μικρή μισούσα. Είχαμε και απογευματινό σχολείο τότε. Εναλλάξ μια εβδομάδα πρωί και μια απόγευμα.
Οι βρύσες στην πλατεία Λαού με τα θεόρατα πλατάνια τρέχαν γάργαρο νερό και όταν ξεχύνονταν οι ταξιδιώτες από τα λεωφορεία της γραμμής, ούτε που μπορούσες να περάσεις. Ψώνιζαν σαν να μην υπάρχει αύριο κάτι για να φάνε επιτόπου και κάτι για μαζί. Τότε περνούσαν όλα μέσα από την Λαμία για τις πιο βόρειες κατευθύνσεις.
Κάπου εκεί ήταν κι ένα μικρό μαγαζάκι με είδη κυνηγίου. Στην βιτρίνα του πόζαρε μια κούκλα ντυμένη κυνηγός με ένα τουφέκι στο χέρι έτοιμος από στιγμή σε στιγμή να πυροβολήσει. Στα πόδια του στέκονταν ταριχευμένη μιαν αλεπού με ένα μικρό, επίσης ταριχευμένο πουλάκι στο στόμα της.
Αυτή η εικόνα είχε συγκλονίσει την δίχρονη σχεδόν τότε ψυχή μου. Τα Σάββατα και τις Κυριακές που πηγαίναμε με τους γονείς μου βόλτα για φαγητό περνούσαμε πάντα από μπροστά. Κολλούσα το πρόσωπο και τις παλάμες μου στην βιτρίνα κι έλεγα αυστηρά στην αλεπού: Τι που; Με άλλα λόγια γιατί αλεπού; Γιατί έφαγες το πουλάκι;
Βλέπεις δεν μπορούσα να κακιώσω με τον κυνηγό. Η αλεπού είχε σκοτώσει μπροστά στα μάτια μου ένα μικρό πουλάκι. Κι εγώ λάτρευα τα πουλάκια. Μιλούσα για ώρα με την αλεπού με τα ψεύτικα μάτια. Να αφήσει το πουλάκι και να πάει σπίτι της.
Στα χρόνια που ήρθαν, τα λεωφορεία έπαψαν να περνούν πια από την πλατεία Λαού, τα καφενεία κλείσανε, η οικονομική κρίση έκλεισε πολλά περισσότερα μαγαζιά δημιουργώντας ένα άγνωστο στους περισσότερούς μας- εγκαταλελειμμένα από άποψη εμπορικών μαγαζιών- περιβάλλον.
Οι καιροί αλλάζουν πλέον τόσο γρήγορα και δραματικά που πολλές φορές η πενηντάχρονη σχεδόν ψυχή μου δεν προλαβαίνει να αισθανθεί και να πάρει θέση. Κι όταν κατεβαίνουμε με τον άντρα μου στην πατρίδα μας και καθόμαστε με φίλους σε κάποιο ψητοπωλείο να τσιμπήσουμε και να πιούμε ένα κρασάκι είναι σαν να βλέπω ένα δίχρονο παιδάκι με κολλημένη την φατσούλα του στο τζάμι να μας ρωτάει με αυστηρότητα: Τι που; Με άλλα λόγια γιατί παππού; Γιατί σκοτώσατε και τρώτε το άμοιρο αρνάκι; Αφήστε το γρήγορα και πάτε σπίτι σας.
Και τι να του πούμε του παιδιού; Πως δεν ξέρουμε πια που είναι το σπίτι μας;

Share on facebook
Share on twitter
More posts